Τσαούσι, Αλύκο, Τρέμουλη και τα χωριά της περιοχής μέσα από τη «Χρονογραφία της Ηπείρου» – και τι αποκαλύπτει η οθωμανική στατιστική 39 χρόνια αργότερα
Βούρκος το 1856, Πώς ήταν τα χωριά του?
Πόσα σπίτια υπήρχαν στο Τσαούσι, στο Αλύκο και στα γύρω χωριά; Πόσο μεγάλοι ήταν τότε οι οικισμοί και τι μπορεί να μας πει μια στατιστική καταγραφή ηλικίας περίπου 170 ετών για την ιστορία της περιοχής μας;
Μετά τις μαρτυρίες του François Pouqueville στις αρχές του 19ου αιώνα και του William Martin Leake το 1804, η έρευνα μας οδηγεί αυτή τη φορά σε έναν Έλληνα λόγιο και ιστορικό: τον Παναγιώτη Αραβαντινό.
Στο μνημειώδες έργο του «Χρονογραφία της Ηπείρου», ο Αραβαντινός δεν καταγράφει μόνο ιστορικά γεγονότα. Συμπεριλαμβάνει και έναν εκτεταμένο τοπογραφικό και στατιστικό πίνακα για τις επαρχίες, τις πόλεις, τις κώμες και τα χωριά της Ηπείρου και των γύρω περιοχών. Το έργο αποτελείται από δύο τόμους, συνολικά περισσότερες από 800 σελίδες, και η ψηφιακή του έκδοση διατηρείται σήμερα τόσο από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων όσο και από την Ψηφιακή Βιβλιοθήκη «Ανέμη». Olympias
Και μέσα στους πίνακες αυτούς συναντάμε και τα δικά μας χωριά.
Ποιος ήταν ο Παναγιώτης Αραβαντινός
Ο Παναγιώτης Αραβαντινός υπήρξε ένας από τους σημαντικούς Ηπειρώτες λογίους του 19ου αιώνα.
Το έργο του που μας ενδιαφέρει έχει τον πλήρη τίτλο:
«Χρονογραφία της Ηπείρου των τε ομόρων Ελληνικών και Ιλλυρικών χωρών…»
και καταγράφει την ιστορία της ευρύτερης Ηπείρου μέχρι το 1854.
Το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων διαθέτει σήμερα ψηφιακά τους δύο τόμους, 416 και 428 σελίδων αντίστοιχα. Η ίδια η περιγραφή του βιβλίου αναφέρει ότι περιλαμβάνει τοπογραφικό πίνακα για επαρχίες, πόλεις, κώμες και θέσεις, καθώς και στατιστική έκθεση ολόκληρης της Ηπείρου. Olympias
Χρονογραφία της Ηπείρου – Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Χρονογραφία της Ηπείρου – Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Ανέμη
Για τη δική μας έρευνα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το στατιστικό τμήμα του Β΄ τόμου.
Μία απαραίτητη διευκρίνιση: «σπίτια» δεν σημαίνει «κάτοικοι»
Πριν δούμε τους αριθμούς, πρέπει να γίνει μια σημαντική ιστορική διευκρίνιση.
Οι καταγραφές του Αραβαντινού δεν είναι απογραφές πληθυσμού όπως τις γνωρίζουμε σήμερα.
Ο Αραβαντινός χρησιμοποιεί κυρίως αριθμούς οικογενειών ή «οίκων» και σε πολλές περιπτώσεις διακρίνει χριστιανικές και μουσουλμανικές οικογένειες.
Ο ιστορικός Μιχάλης Κοκολάκης, συγκρίνοντας τη στατιστική του Αραβαντινού με την επίσημη οθωμανική στατιστική του 1895, επισημαίνει ότι ο πρώτος δεν μας δίνει τον ακριβή αριθμό κατοίκων κάθε χωριού αλλά κυρίως εκτιμήσεις του αριθμού των οικογενειών. Ήλιος
Αυτό σημαίνει ότι δεν θα ήταν ιστορικά σωστό να πάρουμε, για παράδειγμα, 20 οικογένειες και να τις πολλαπλασιάσουμε αυθαίρετα επί πέντε για να ισχυριστούμε ότι το χωριό είχε 100 κατοίκους.
Μπορούμε να μιλήσουμε με ασφάλεια για οικογένειες και σπίτια.
Για ακριβέστερους αριθμούς κατοίκων πρέπει να αναζητήσουμε μεταγενέστερες απογραφές.
Και ευτυχώς υπάρχει μία εξαιρετική τέτοια πηγή από το 1895.
Το σημαντικό εύρημα του 1856: Αλύκο – Τσαούσι – Τρέμουλη
Εδώ φτάνουμε στο στοιχείο που αφορά άμεσα το χωριό μας.
Σε δημοσιευμένη ιστορική έρευνα για την Αγία Βαρβάρα Αλύκου, η οποία παραπέμπει ρητά στη «Χρονογραφία της Ηπείρου», Β΄ τόμος, σελίδα 360, αναφέρεται ότι:
το 1856 στα χωριά Αλύκο, Τσαούσι και Τρέμουλη υπήρχαν 50 χριστιανικές οικογένειες. ΣΦΕΒΑ
Η πληροφορία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Πρέπει όμως να διαβαστεί σωστά.
Η συγκεκριμένη δημοσιευμένη παραπομπή αναφέρει μαζί τα τρία χωριά και τον αριθμό των 50 οικογενειών.
Επομένως δεν μπορούμε, χωρίς να εξετάσουμε την πρωτότυπη σελίδα του πίνακα, να γράψουμε ότι: «το Τσαούσι είχε τόσες οικογένειες, το Αλύκο τόσες και η Τρέμουλη τόσες».
Ούτε φυσικά ότι το κάθε χωριό είχε από 50.
Το ασφαλές ιστορικό συμπέρασμα είναι:
Το 1856 το Αλύκο, το Τσαούσι και η Τρέμουλη καταγράφονται μαζί σε πηγή που παραπέμπει στον Αραβαντινό με 50 χριστιανικές οικογένειες.
Και μόνο αυτό είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό τεκμήριο για την ιστορία των τριών χωριών.
Τι μας δείχνει αυτή η κοινή καταγραφή;
Η κοινή αναφορά των τριών χωριών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή Αλύκο, Τσαούσι και Τρέμουλη βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους και οι τοπικές ιστορικές και εκκλησιαστικές παραδόσεις τους είναι στενά συνδεδεμένες.
Η ίδια έρευνα στην οποία βρίσκεται η παραπομπή του Αραβαντινού αφορά την Αγία Βαρβάρα Αλύκου, έναν ναό που αποτέλεσε ιστορικό σημείο αναφοράς για τις γύρω κοινότητες. ΣΦΕΒΑ
Η καταγραφή λοιπόν μπορεί να αποτελέσει ακόμη ένα κομμάτι στην προσπάθεια να καταλάβουμε πώς ήταν οργανωμένος ο οικιστικός και εκκλησιαστικός χώρος του Βούρκου στα μέσα του 19ου αιώνα.
Δεν πρέπει όμως να εξαγάγουμε περισσότερα συμπεράσματα από όσα μας επιτρέπει η πηγή.
Και τα υπόλοιπα χωριά του Βούρκου;
Εδώ η έρευνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Στον στατιστικό πίνακα του Αραβαντινού υπάρχουν εκατοντάδες οικισμοί.
Για αρκετά χωριά υπάρχουν στοιχεία για αριθμό σπιτιών, θρησκευτική σύνθεση, ιδιοκτησιακό καθεστώς και σε ορισμένες περιπτώσεις τη γλώσσα που καταγράφει ο συγγραφέας.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από την ευρύτερη περιοχή είναι η Κρανιά Αγίων Σαράντα. Τοπική ιστορική έρευνα που παραπέμπει στον Αραβαντινό αναφέρει ότι το 1856 η Κρανιά καταγράφεται ως χωριό με 15 σπίτια, ελληνική γλώσσα και εκκλησιαστική υπαγωγή στην Επισκοπή Δελβίνου. Το Όραμα
Για χωριά όμως όπως Νεοχώρι, Λιβαδειά, Μουρσί και Δίβρη, δεν θέλουμε να μεταφέρουμε αριθμούς του 1856 χωρίς να έχουμε πρώτα διασταυρώσει μία προς μία τις αντίστοιχες γραμμές του πρωτότυπου πίνακα.
Σε μια ιστορική έρευνα είναι προτιμότερο να αφήσουμε προσωρινά ένα κενό παρά να το γεμίσουμε με έναν αριθμό που μπορεί να αφορά άλλο οικισμό με ίδιο ή παρόμοιο όνομα.
Υπάρχει όμως μία δεύτερη πηγή που μας επιτρέπει να δούμε τα ίδια χωριά 39 χρόνια αργότερα.
Ο Βούρκος το 1895 – Η επίσημη οθωμανική στατιστική
Το 1895 το οθωμανικό βιλαέτι Ιωαννίνων δημοσίευσε μια εξαιρετικά αναλυτική στατιστική.
Σε αντίθεση με τον Αραβαντινό, η συγκεκριμένη πηγή αναφέρει για κάθε χωριό:
τον αριθμό των χανέδων, δηλαδή των νοικοκυριών/σπιτιών, καθώς και χωριστά άνδρες και γυναίκες.
Η στατιστική μεταφράστηκε και μελετήθηκε από τον ιστορικό Μιχάλη Κοκολάκη και έχει δημοσιευθεί από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ο ίδιος τη χαρακτηρίζει ως τη μοναδική μέχρι σήμερα δημοσιευμένη πηγή της περιόδου που απαριθμεί τόσο αναλυτικά τον πληθυσμό της Ηπείρου κατά πόλεις και χωριά. Ήλιος
Και εδώ βρίσκουμε πλέον τα χωριά μας ένα προς ένα.
Τα χωριά μας το 1895
| Χωριό | Χανέδες / σπίτια | Άνδρες | Γυναίκες | Σύνολο κατοίκων |
|---|---|---|---|---|
| Αλύκο | 23 | 89 | 68 | 157 |
| Τσαούσι | 21 | 67 | 61 | 128 |
| Τρέμουλη | 7 | 19 | 23 | 42 |
| Νεοχώρι – Κασίμ Αλή Μπέη | 5 | 16 | 17 | 33 |
| Λιβαδειά – Χότζα | 7 | 32 | 26 | 58 |
| Μουρσί | 89 | 326 | 265 | 591 |
| Δίβρη | 107 | 354 | 246 | 600 |
| Φοινίκη | 21 | 129 | 119 | 248 |
Και εδώ αρχίζει να σχηματίζεται μπροστά μας μια πραγματική εικόνα του Βούρκου και της γύρω περιοχής στο τέλος του 19ου αιώνα.
Το Τσαούσι το 1895: 21 σπίτια και 128 άνθρωποι
Για το Τσαούσι η καταγραφή είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Η επίσημη στατιστική του 1895 αναφέρει:
21 χανέδες
67 άνδρες
61 γυναίκες
128 κατοίκους συνολικά.
Για πρώτη φορά λοιπόν έχουμε έναν συγκεκριμένο και αναλυτικό πληθυσμιακό αριθμό για το χωριό.
Και το ενδιαφέρον γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν τον τοποθετήσουμε δίπλα στην αναφορά του 1856.
Μια εντυπωσιακή σύμπτωση: 50 οικογένειες το 1856 – 51 χανέδες το 1895
Το 1856 η δημοσιευμένη παραπομπή στον Αραβαντινό αναφέρει μαζί:
Αλύκο – Τσαούσι – Τρέμουλη: 50 χριστιανικές οικογένειες.
Το 1895 η οθωμανική στατιστική καταγράφει:
Αλύκο: 23 χανέδες
Τσαούσι: 21 χανέδες
Τρέμουλη: 7 χανέδες
Δηλαδή τα τρία χωριά μαζί εμφανίζουν 51 χανέδες.
Η αριθμητική εγγύτητα είναι πραγματικά αξιοσημείωτη.
Δεν πρέπει όμως να πούμε ότι αποδεικνύει πως ο πληθυσμός έμεινε αμετάβλητος επί 39 χρόνια.
Η έννοια «οικογένεια» στον Αραβαντινό και η διοικητική μονάδα «χανές» του οθωμανικού πίνακα δεν είναι υποχρεωτικά απολύτως ταυτόσημες και οι δύο πηγές έχουν διαφορετική μεθοδολογία.
Παρόλα αυτά, η σύγκριση είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και αξίζει να καταγραφεί.
Το 1895 τα τρία χωριά είχαν συνολικά 327 καταγεγραμμένους κατοίκους.
Αλύκο – 157 κάτοικοι
Το Αλύκο εμφανίζεται το 1895 με:
23 χανέδες, 89 άνδρες και 68 γυναίκες, συνολικά 157 κατοίκους.
Η καταγραφή αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη αν συνδυαστεί με την προηγούμενη έρευνά μας για τον François Pouqueville, ο οποίος στις αρχές του 19ου αιώνα κατέγραψε στην ίδια γεωγραφική περιοχή το Lyco, ονομασία την οποία μεταγενέστερη πανεπιστημιακή έρευνα έχει συνδέσει με το σημερινό Αλύκο.
Έτσι αρχίζουμε πλέον να αποκτούμε για το ίδιο χωριό διαφορετικές χρονικές «φωτογραφίες»: αρχές 19ου αιώνα, 1856, 1895.
Μουρσί και Δίβρη – δύο από τους μεγάλους οικισμούς
Οι αριθμοί της στατιστικής δείχνουν ότι όλα τα χωριά δεν είχαν το ίδιο μέγεθος.
Η Δίβρη εμφανίζεται με 107 χανέδες και 600 κατοίκους, ενώ το Μουρσί με 89 χανέδες και 591 κατοίκους.
Σε σύγκριση: το Τσαούσι είχε 128, το Αλύκο 157, η Τρέμουλη 42, το Νεοχώρι 33 και η Λιβαδειά 58 κατοίκους.
Αυτό μας επιτρέπει να καταλάβουμε καλύτερα την οικιστική κλίμακα της περιοχής στα τέλη του 19ου αιώνα.
Η Δίβρη και το Μουρσί αποτελούσαν ήδη σημαντικά μεγαλύτερες κοινότητες, ενώ αρκετοί οικισμοί του κάμπου ήταν πολύ μικρότεροι.
Το Νεοχώρι εμφανίζεται με διαφορετικό όνομα
Μία ακόμη πολύ ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια αφορά το Νεοχώρι.
Στη στατιστική του 1895 εμφανίζεται ως:
Κασίμ-Αλή Μπέη [Νεοχώρι]
και καταγράφεται με μόλις:
5 χανέδες, 16 άνδρες και 17 γυναίκες – συνολικά 33 κατοίκους.
Τέτοιες καταγραφές έχουν μεγάλη αξία, επειδή μας βοηθούν όχι μόνο να δούμε τον πληθυσμό αλλά και να παρακολουθήσουμε τις παλαιότερες ονομασίες των χωριών.
Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τη Λιβαδειά.
Η Λιβαδειά καταγράφεται ως «Χότζα»
Στον πίνακα του 1895 η σημερινή Λιβαδειά εμφανίζεται ως:
Χότζα [Λειβάδια]
με:
7 χανέδες, 32 άνδρες και 26 γυναίκες – συνολικά 58 κατοίκους.
Η πληροφορία αυτή ανοίγει από μόνη της ένα νέο ιστορικό θέμα:
Γιατί ονομαζόταν Χότζα και πότε επικράτησε το όνομα Λιβαδειά;
Και αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ξεχωριστό άρθρο της σειράς.
Η Φοινίκη είχε 248 κατοίκους
Στον ίδιο πίνακα συναντάμε και τη Φοινίκη.
Το 1895 καταγράφονται:
21 χανέδες, 129 άνδρες και 119 γυναίκες – συνολικά 248 κάτοικοι.
Έχει ενδιαφέρον ότι ο αριθμός των χανέδων είναι ακριβώς ίδιος με του Τσαουσιού —21— αλλά ο καταγεγραμμένος πληθυσμός της Φοινίκης είναι σχεδόν διπλάσιος.
Αυτό αποτελεί μία ακόμη υπενθύμιση ότι ένας χανές δεν αντιστοιχεί πάντοτε στον ίδιο αριθμό ανθρώπων και ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν επιχειρούμε πληθυσμιακές εκτιμήσεις μόνο από τον αριθμό των σπιτιών.
Ολόκληρος ο καζάς Δελβίνου το 1895
Στο τέλος του πίνακα υπάρχει και η συνολική εικόνα.
Ο καζάς Δελβίνου το 1895 περιλάμβανε:
92 χωριά,
3.476 χανέδες,
10.097 άνδρες,
8.906 γυναίκες,
19.003 κατοίκους συνολικά.
Η διοικητική περιοχή του Δελβίνου ήταν επομένως πολύ ευρύτερη από τον σημερινό Δήμο Φοινικαίων και περιλάμβανε μεγάλο αριθμό οικισμών από την ενδοχώρα μέχρι την παράκτια περιοχή.
Η ίδια πηγή καταγράφει μάλιστα ότι στον καζά Δελβίνου υπαγόταν και ναχιγιές με έδρα τους Αγίους Σαράντα.
Γιατί οι δύο πηγές είναι τόσο σημαντικές
Ο Αραβαντινός και η οθωμανική στατιστική μάς προσφέρουν δύο διαφορετικά «παράθυρα» στον 19ο αιώνα.
Ο πρώτος μάς δίνει την εικόνα γύρω στο 1856, με βάση κυρίως οικογένειες και σπίτια.
Η δεύτερη, το 1895, μάς δίνει πλέον συστηματικούς αριθμούς σπιτιών, ανδρών και γυναικών.
Η σύγκριση των δύο μπορεί στο μέλλον να μας βοηθήσει να εξετάσουμε: πώς μεγάλωσαν ή συρρικνώθηκαν τα χωριά, πότε εμφανίστηκαν ή εξαφανίστηκαν μικροί οικισμοί, πώς άλλαξαν τα ονόματα, και πώς μεταβλήθηκε ο χάρτης του Βούρκου μέσα στον 19ο αιώνα.
Αλλά για να γίνει αυτό σωστά χρειάζεται να μεταγράψουμε ολόκληρο τον στατιστικό πίνακα του Αραβαντινού για την περιοχή του Δελβίνου και να τον αντιπαραβάλουμε γραμμή προς γραμμή με το 1895.
Αυτό είναι και το επόμενο στάδιο της έρευνας.
Μια ιστορική απογραφή που περιμένει ακόμη να «διαβαστεί» ολόκληρη
Ίσως αυτό είναι το πιο συναρπαστικό κομμάτι της συγκεκριμένης έρευνας.
Μπροστά μας βρίσκεται ένα βιβλίο που εκδόθηκε πριν από περίπου 170 χρόνια και μέσα στις τελευταίες σελίδες του υπάρχουν ονόματα μικρών χωριών που εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα.
Τσαούσι.
Αλύκο.
Τρέμουλη.
Κρανιά.
Και πιθανότατα δεκάδες ακόμη οικισμοί της περιοχής μας.
Δεν πρόκειται απλώς για αριθμούς.
Κάθε «οικογένεια» που σημείωσε ο Αραβαντινός αντιπροσώπευε ένα σπίτι.
Και μέσα σε κάθε σπίτι υπήρχαν άνθρωποι.
Οι πρόγονοι των σημερινών κατοίκων.
Επίλογος
Σήμερα κοιτάζουμε τα χωριά του Βούρκου από ψηλά με drone, βλέπουμε δρόμους, σπίτια, χωράφια και ολόκληρο τον κάμπο μέσα σε μία μόνο φωτογραφία.
Το 1856 όμως ο Παναγιώτης Αραβαντινός προσπαθούσε να δημιουργήσει έναν χάρτη της ίδιας κοινωνίας με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο:
με ονόματα χωριών και αριθμούς οικογενειών γραμμένους πάνω σε έναν πίνακα.
Και κάπου εκεί, στις σελίδες του δεύτερου τόμου της «Χρονογραφίας της Ηπείρου», βρίσκονται και:
το Αλύκο, το Τσαούσι και η Τρέμουλη.
Τρία χωριά που το 1856 αναφέρονται μαζί με 50 χριστιανικές οικογένειες.
Τριάντα εννέα χρόνια αργότερα, το 1895, η οθωμανική στατιστική μάς επιτρέπει να τα δούμε πολύ καθαρότερα:
Αλύκο – 157 κάτοικοι
Τσαούσι – 128 κάτοικοι
Τρέμουλη – 42 κάτοικοι.
Και μαζί τους εμφανίζονται το Νεοχώρι, η Λιβαδειά, το Μουρσί, η Δίβρη, η Φοινίκη και δεκάδες ακόμη χωριά της περιοχής.
Έτσι, κομμάτι-κομμάτι, πηγή-πηγή και σελίδα-σελίδα, αρχίζουμε να ξαναφτιάχνουμε την εικόνα του τόπου μας όπως ήταν πριν από ενάμιση και πλέον αιώνα.
Η ιστορία των χωριών μας δεν βρίσκεται μόνο στις μεγάλες μάχες και στα μεγάλα γεγονότα.
Βρίσκεται και σε μια παλιά γραμμή ενός στατιστικού πίνακα.
Σε έναν αριθμό σπιτιών.
Σε ένα ξεχασμένο όνομα.
Και σε 50 οικογένειες που ζούσαν κάποτε στα ίδια χώματα όπου βρισκόμαστε εμείς σήμερα.
Πηγές της έρευνας
Παναγιώτης Αραβαντινός, «Χρονογραφία της Ηπείρου», 1856, δύο τόμοι. Το ψηφιοποιημένο έργο και τα μεταδεδομένα του διατίθενται από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και την Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Ανέμη. Olympias
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων – Χρονογραφία της Ηπείρου
«Οι παλιές εκκλησίες της Βορείου Ηπείρου: η Αγία Βαρβάρα», με ρητή παραπομπή στον Αραβαντινό, Β΄ τόμος, σελ. 360, για τις 50 χριστιανικές οικογένειες Αλύκου–Τσαουσιού–Τρέμουλης. ΣΦΕΒΑ
Δείτε την αναφορά για Αλύκο, Τσαούσι και Τρέμουλη
Μιχάλης Κοκολάκης, «Η τουρκική στατιστική της Ηπείρου στο σαλναμέ του 1895», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Η μελέτη περιλαμβάνει τους αναλυτικούς πίνακες του καζά Δελβίνου με χανέδες και πληθυσμό ανά χωριό. Ήλιος
Δείτε ολόκληρη τη μελέτη του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

