Η μαρτυρία του Γάλλου Πουκεβίλ, το Αλύκο και ένα ιστορικό νήμα που φτάνει μέχρι την Κέρκυρα
Τσαούσι και Αλεπού είναι δύο ονομασίες που φαίνεται να συνδέονται μέσα από μια ιδιαίτερα σημαντική μαρτυρία του Γάλλου περιηγητή François Pouqueville, ο οποίος στις αρχές του 19ου αιώνα κατέγραψε στην περιοχή του Βούρκου τις ονομασίες Alepou, Tchaoux και Lyco.
Υπάρχουν ιστορίες που περνούν από γενιά σε γενιά χωρίς να συνοδεύονται πάντοτε από επίσημα έγγραφα. Παραμένουν στη μνήμη των κατοίκων ενός τόπου, μεταφέρονται από τους παλαιότερους στους νεότερους και πολλές φορές κινδυνεύουν να χαθούν όταν φύγουν οι τελευταίοι άνθρωποι που τις άκουσαν από πρώτο χέρι.
Μία τέτοια ιστορία υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια στο Τσαούσι του Βούρκου, κοντά στους Αγίους Σαράντα.
Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες που έχουν διασωθεί στο χωριό, στην περιοχή υπήρχε παλαιότερα η ονομασία «Αλεπού». Παράλληλα, μία άλλη παλιά αφήγηση αναφέρει ότι κάτοικοι της Αλεπούς έφυγαν κάποτε από την περιοχή και πέρασαν απέναντι στην Κέρκυρα, όπου μέχρι σήμερα υπάρχει χωριό με το όνομα Αλεπού.
Για πολλά χρόνια αυτή η πληροφορία μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο ως μία ενδιαφέρουσα τοπική παράδοση.
Η αναζήτηση όμως σε παλαιές ιστορικές πηγές φέρνει στο φως κάτι εξαιρετικά σημαντικό.
Σε γαλλικό έργο που εκδόθηκε το 1820, ο Γάλλος περιηγητής, ιστορικός και διπλωμάτης François-Charles-Hugues-Laurent Pouqueville καταγράφει πράγματι, στην περιοχή του Βούρκου, ένα χωριό με την ονομασία:
Alepou.
Και στην ίδια ακριβώς πρόταση καταγράφει ένα δεύτερο όνομα:
Tchaoux.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι λίγες γραμμές αργότερα καταγράφει ένα δεύτερο, ξεχωριστό γειτονικό χωριό με το όνομα:
Lyco.
Το τελευταίο έχει συνδεθεί από σύγχρονη πανεπιστημιακή έρευνα με το σημερινό Αλύκο, το ακριβώς διπλανό χωριό του Τσαουσιού.
Έτσι, μπροστά μας αρχίζει να σχηματίζεται μία γεωγραφική εικόνα ηλικίας περίπου δύο αιώνων:
Alepou – Tchaoux – Lyco
δηλαδή, σύμφωνα με τη σύγχρονη ερμηνεία των πηγών:
Αλεπού – Τσαούσι – Αλύκο.
Ποιος ήταν ο François Pouqueville
Ο François-Charles-Hugues-Laurent Pouqueville γεννήθηκε το 1770 και πέθανε το 1838.
Ήταν Γάλλος γιατρός, ιστορικός, περιηγητής και διπλωμάτης. Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας τον καταγράφει ως ιστορικό και ταξιδιώτη και αναφέρει ότι διετέλεσε Γενικός Πρόξενος της Γαλλίας στα Ιωάννινα από το 1806 έως το 1812 και αργότερα στην Πάτρα.
Η μακρόχρονη παρουσία του στην Ήπειρο και οι περιηγήσεις του στην περιοχή τού επέτρεψαν να συγκεντρώσει έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών για τους τόπους, τους οικισμούς, τους δρόμους και τους πληθυσμούς της εποχής.
Το έργο που μας ενδιαφέρει είναι το Voyage dans la Grèce, το οποίο εκδόθηκε στο Παρίσι από τον Firmin Didot το 1820. Η πρώτη έκδοση αποτελείται από πέντε τόμους και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών καταγράφει τις διαδρομές του Πουκεβίλ στην Ήπειρο και στις γειτονικές περιοχές.
Τι ακριβώς γράφει για την Αλεπού και το Tchaoux
Σε ένα από τα σημαντικότερα σημεία της περιγραφής του, ο Πουκεβίλ βρίσκεται στην περιοχή της Φοινίκης και ακολουθεί τη διαδρομή προς τον κάμπο του Βούρκου.
Αναφέρεται στη γέφυρα της Φοινίκης και γράφει ότι, αφού ο ταξιδιώτης αφήσει πίσω του ένα ερειπωμένο καραβανσεράι και κινηθεί προς νότο-νοτιοδυτικά, φτάνει στους μικρούς λόφους ενός χωριού.
Το χωριό αυτό ονομάζεται:
Alepou.
Και τότε γράφει την κρίσιμη φράση:
«du village d’Alepou, dont les deux premiers groupes sont appelés Tchaoux»
Σε ελληνική απόδοση:
«…του χωριού Αλεπού, του οποίου οι δύο πρώτες ομάδες ονομάζονται Tchaoux».
Αυτή η μικρή φράση είναι ίσως το σημαντικότερο μέχρι σήμερα γραπτό στοιχείο για την παλαιότερη ιστορία του Τσαουσιού.
Τι σημαίνει με απλά λόγια;
Εδώ πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί.
Ο Πουκεβίλ δεν λέει ότι υπήρχαν δύο χωριά που μαζί ονομάζονταν Αλεπού.
Ούτε λέει ξεκάθαρα ότι «το Τσαούσι λεγόταν παλιά Αλεπού».
Αυτό που περιγράφει είναι ένα ευρύτερο χωριό ή οικιστικό σύνολο με την ονομασία Alepou, το οποίο αποτελούνταν από περισσότερες οικιστικές ομάδες.
Και μας πληροφορεί ότι:
οι δύο πρώτες από αυτές τις ομάδες ονομάζονταν Tchaoux.
Θα μπορούσαμε λοιπόν, πολύ απλοποιημένα, να φανταστούμε την εικόνα ως εξής:
ΑΛΕΠΟΥ = ο ευρύτερος οικισμός
μέσα στον οποίο υπήρχαν διάφορες μικρότερες οικιστικές ομάδες ή μαχαλάδες, και τουλάχιστον δύο από αυτές έφεραν το όνομα Tchaoux.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι δύο ομάδες ήταν δύο ξεχωριστά χωριά.
Πιθανότερο είναι ότι ήταν δύο ομάδες κατοικιών ή δύο τμήματα μέσα στον ευρύτερο οικισμό.
Το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων συνδέει το Tchaoux με το σημερινό Τσαούσι
Το ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι αυτή η σύνδεση δεν αποτελεί μόνο δική μας ερμηνεία.
Το 2018, ο Αθανάσιος Κώτσης, σε μεταπτυχιακή εργασία στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με τίτλο:
«Από τον κυκλικό χρόνο στο χρόνο της “κοπερατίβας” – Τελετουργίες, πολιτισμικές πρακτικές και μετασχηματισμοί στην επαρχία Βούρκου Αγίων Σαράντα»
εξετάζει ακριβώς το συγκεκριμένο απόσπασμα του Πουκεβίλ.
Ο Κώτσης γράφει ότι ο Πουκεβίλ πέρασε από το χωριό «Αλεπού», το οποίο αποτελούνταν από διάφορους μαχαλάδες, και συνεχίζει:
ότι τα δύο πρώτα τμήματα ονομάζονταν «Τσάους», όνομα που, όπως σημειώνει ο ίδιος, παραπέμπει στο σημερινό χωριό Τσαούσι που βρίσκεται δίπλα από το χωριό Αλύκου.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Η ταύτιση:
Tchaoux → Τσάους → Τσαούσι
έχει ήδη γίνει σε πανεπιστημιακή εργασία που αφορά ειδικά τον κάμπο του Βούρκου.
Και αμέσως μετά ο Πουκεβίλ περιγράφει το Αλύκο
Εδώ η ιστορία γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Αφού ο Πουκεβίλ αναφέρει την Alepou και τα δύο πρώτα τμήματά της που ονομάζονταν Tchaoux, συνεχίζει αμέσως τη διαδρομή του.
Γράφει ότι περίπου τρία τέταρτα της λεύγας αργότερα, αφού ο ταξιδιώτης ξανακατέβει στην πεδιάδα και ακολουθήσει έναν λιθόστρωτο δρόμο κατασκευασμένο ανάμεσα σε επικίνδυνες βαλτώδεις εκτάσεις, ανεβαίνει σε ένα άλλο χωριό.
Το ονομάζει:
Lyco.
Ο Πουκεβίλ περιγράφει το Lyco ως χωριό χτισμένο στην κορυφή ενός σκουρόχρωμου λόφου και αναφέρει ότι αποτελούνταν από περίπου εξήντα καλύβες.
Και εδώ έρχεται η δεύτερη μεγάλη σύνδεση.
Ο Αθανάσιος Κώτσης στην ίδια εργασία του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ταυτίζει το Lyco του Πουκεβίλ με το σημερινό Αλύκο. Μάλιστα σημειώνει ότι η αναφορά του Πουκεβίλ αποτελεί, κατά την έρευνά του, την πρώτη ασφαλή γραπτή αναφορά του οικισμού, ενώ θεωρεί πιθανό η μορφή «Λύκος» να οφείλεται σε παραφθορά, μεταγραφή ή λανθασμένη απόδοση του τοπωνυμίου από τον ξένο περιηγητή.
Άρα ο Πουκεβίλ ξεχωρίζει το Τσαούσι από το Αλύκο
Αυτό είναι ένα σημείο που αξίζει να ξεκαθαριστεί.
Σύμφωνα με την περιγραφή του Γάλλου, η Alepou/Tchaoux και το Lyco δεν είναι το ίδιο χωριό.
Το Lyco παρουσιάζεται ως δεύτερος, ξεχωριστός οικισμός, στον οποίο φτάνει ο ταξιδιώτης αφού φύγει από την Alepou και διανύσει περίπου τρία τέταρτα της λεύγας.
Άρα η εικόνα που προκύπτει είναι:
Alepou → μέσα της τα τμήματα Tchaoux → στη συνέχεια ξεχωριστό Lyco.
Η σύγχρονη ερμηνεία είναι:
Αλεπού / Τσαούσι → Αλύκο.
Και εδώ υπάρχει μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέχεια με τη σημερινή πραγματικότητα.
Το Τσαούσι και το Αλύκο βρίσκονται ακριβώς δίπλα το ένα στο άλλο και στη νεότερη τοπική ζωή έχουν πάντοτε εξαιρετικά στενή σχέση, σε σημείο που συχνά αντιμετωπίζονται από τους ίδιους τους κατοίκους ως δύο άμεσα συνδεδεμένες κοινότητες.
Ο Πουκεβίλ όμως φαίνεται να μας δείχνει ότι ήδη πριν από περίπου δύο αιώνες οι δύο οικισμοί βρίσκονταν διαδοχικά στην ίδια ακριβώς γεωγραφική διαδρομή.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι αποτελούσαν μία κοινότητα ή μία διοικητική μονάδα.
Είναι όμως μια πολύ σημαντική επιβεβαίωση της γεωγραφικής τους σχέσης.
Η ιστορία του ονόματος του Αλύκου έχει και άλλες εκδοχές
Η ίδια πανεπιστημιακή έρευνα εξετάζει και την προέλευση της ονομασίας του Αλύκου.
Μία εκδοχή που παραθέτει συνδέει το χωριό με έναν Αλή Αγά, ο οποίος φέρεται να απέκτησε την περιοχή ως τσιφλίκι στις αρχές του 19ου αιώνα. Σε παλαιότερες καταγραφές συναντάται επίσης η μορφή «Αλικου», η οποία μπορεί να παραπέμπει σε οθωμανικό ανθρωπωνύμιο.
Μία δεύτερη, πολύ διαδεδομένη τοπική παράδοση συνδέει το όνομα Αλύκο με τις αλυκές και την εξόρυξη αλατιού από υφάλμυρα νερά στον κάμπο του Βούρκου. Ο Κώτσης καταγράφει σχετικές προφορικές μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής.
Και μία τρίτη εκδοχή προκύπτει από τον ίδιο τον Πουκεβίλ, ο οποίος γράφει Lyco – Λύκος.
Ο Κώτσης όμως επισημαίνει ότι στο έργο του Πουκεβίλ υπάρχουν αρκετές παραφθορές τοπωνυμίων και γι’ αυτό θεωρεί πιθανό το «Lyco» να αποτελεί λανθασμένη μεταγραφή ή παραφθορά που συνδέθηκε φωνητικά με το σημερινό Αλύκο.
Οι εξήντα καλύβες του Αλύκου
Η περιγραφή του Πουκεβίλ για το Lyco είναι πολύτιμη και για έναν ακόμη λόγο.
Δεν μας δίνει μόνο ένα όνομα.
Μας δίνει και μία εικόνα του οικισμού.
Γράφει ότι το χωριό αποτελείται από περίπου εξήντα καλύβες και ότι οι κάτοικοι ζουν σε πολύ απλές συνθήκες μαζί με τα ζώα τους.
Η πανεπιστημιακή έρευνα συνδέει αυτή την εικόνα με το παρελθόν του Αλύκου ως τσιφλικιού. Αναφέρει επίσης ότι στην απογραφή του Αραβαντινού το 1855, η οποία φαίνεται να βασίστηκε σε στοιχεία του 1846, το χωριό εμφανίζεται με 32 χανέδες, ενώ σε οθωμανική απογραφή του 1895 εμφανίζεται με 23 χανέδες και 157 κατοίκους.
Έτσι η σύντομη περιγραφή του Γάλλου αποτελεί ένα από τα πρώτα «στιγμιότυπα» της ζωής στο παλιό Αλύκο.
Τι μπορεί να ήταν λοιπόν η Αλεπού του Βούρκου;
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα της έρευνας.
Με βάση αποκλειστικά τη φράση του Πουκεβίλ, μπορούμε να διατυπώσουμε την υπόθεση ότι η Alepou αποτελούσε έναν μεγαλύτερο και πιθανότατα διάσπαρτο οικισμό, ο οποίος περιλάμβανε περισσότερες οικιστικές ομάδες ή μαχαλάδες.
Δύο από τις πρώτες ομάδες αυτής της Αλεπούς έφεραν το όνομα:
Tchaoux.
Με το πέρασμα του χρόνου μπορεί να συνέβησαν πολλές αλλαγές.
Τμήματα του παλαιότερου οικισμού μπορεί να εγκαταλείφθηκαν, να μετακινήθηκαν ή να απορροφήθηκαν.
Και είναι πιθανό το όνομα ενός συγκεκριμένου τμήματος, του Tchaoux, να επικράτησε τελικά ως ονομασία του σημερινού χωριού.
Αυτή είναι μία ιστορική υπόθεση εργασίας.
Δεν την γράφει ο Πουκεβίλ και δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως αποδεδειγμένο γεγονός.
Εκείνο που αποδεικνύει η πηγή είναι ότι:
οι ονομασίες Alepou και Tchaoux συνυπήρχαν στον ίδιο οικιστικό χώρο στις αρχές του 19ου αιώνα.
Τι μπορεί να σημαίνει το Tchaoux;
Η γραφή Tchaoux ταιριάζει πολύ καλά με παλαιότερες ευρωπαϊκές αποδόσεις της τουρκικής λέξης:
çavuş.
Ο όρος çavuş έχει πολύ παλιά ιστορία και χρησιμοποιήθηκε ως στρατιωτικός και διοικητικός τίτλος. Σε οθωμανικές δομές οι çavuş μπορούσαν να έχουν στρατιωτικά, διοικητικά, εκτελεστικά ή αγγελιαφορικά καθήκοντα. Η σχετική ιστορική εγκυκλοπαίδεια σημειώνει επίσης ότι ο όρος πέρασε σε πολλές γλώσσες των Βαλκανίων και ότι υπάρχουν δεκάδες τοπωνύμια στην Ανατολία με μορφές όπως Çavuşlu και Çavuşlar.
Αυτό κάνει εύλογη την τοπική παράδοση που συνδέει το όνομα του Τσαουσιού με κάποιον çavuş ή με στρατιωτική και διοικητική παρουσία στην περιοχή.
Χρειάζεται όμως και εδώ μεγάλη προσοχή.
Ο Πουκεβίλ δεν γράφει ότι στο Tchaoux υπήρχε φρουρά.
Δεν γράφει ότι υπήρχε στρατιωτικό φυλάκιο.
Δεν γράφει ότι κάποιος συγκεκριμένος çavuş έλεγχε το πέρασμα προς τον Βούρκο.
Η συγκεκριμένη ιστορία παραμένει μέχρι σήμερα προφορική παράδοση.
Ο Πουκεβίλ μας προσφέρει κάτι διαφορετικό αλλά πολύ σημαντικότερο:
την απόδειξη ότι το όνομα Tchaoux υπήρχε ήδη γραπτώς πριν από περίπου δύο αιώνες.
Και τότε εμφανίζεται η Αλεπού της Κέρκυρας
Εδώ η έρευνα αποκτά μία εντελώς διαφορετική διάσταση.
Ακριβώς απέναντι, στην Κέρκυρα, υπάρχει μέχρι σήμερα χωριό με το όνομα:
Αλεπού.
Και στο Τσαούσι υπήρχε παλιά προφορική παράδοση σύμφωνα με την οποία κάτοικοι της Αλεπούς του Βούρκου έφυγαν κάποτε και εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα.
Το ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η παράδοση αυτή δεν δημιουργήθηκε σήμερα εξαιτίας της ανακάλυψης του Πουκεβίλ.
Υπάρχει δημόσια καταγεγραμμένη τουλάχιστον από το 2021.
Στις 15 Νοεμβρίου 2021, κάτω από ιστορικό άρθρο για την Αλεπού της Κέρκυρας, ο Ηλίας Τσάβος είχε καταγράψει ότι στο Τσαούσι υπήρχαν ιστορίες σύμφωνα με τις οποίες το χωριό παλαιότερα συνδεόταν με την Αλεπού και ότι κάτοικοί του είχαν φύγει προς την Κέρκυρα.
Το σχόλιο βρίσκεται ακόμη δημοσιευμένο στην ίδια σελίδα.
Αυτό δεν αποτελεί απόδειξη ότι η μετανάστευση συνέβη.
Αποτελεί όμως κάτι επίσης σημαντικό:
χρονολογημένη καταγραφή μιας προϋπάρχουσας προφορικής παράδοσης, πριν από τη σημερινή έρευνα.
Πόσο παλιά είναι η Αλεπού της Κέρκυρας;
Εδώ προκύπτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πρόβλημα.
Η Αλεπού της Κέρκυρας είναι πολύ παλιά.
Στην ιστορική έρευνα του Γεράσιμου Δημουλά για την Αλεπού αναφέρεται ότι ως τοπωνύμιο εμφανίζεται ήδη το 1515, σε νοταριακό κατάστιχο του Πέτρου Αγαπητού.
Το έγγραφο μιλά για περιουσία στην περιοχή που ονομάζεται «αλουπού».
Υπάρχει και δεύτερη γραπτή αναφορά το 1552, όπου συναντάται η μορφή «αλιπούς».
Εδώ όμως υπάρχει μία σημαντική λεπτομέρεια:
το 1515 μιλάμε κυρίως για τοπωνύμιο και όχι απαραίτητα για οργανωμένο χωριό.
Στην απογραφή του 1583 η Αλεπού δεν εμφανίζεται ακόμη ως ξεχωριστός οικισμός.
Το 1584 όμως θεμελιώνεται εκεί ο ναός της Αγίας Παρασκευής, στο κέντρο αυτού που θεωρείται ο αρχικός πυρήνας του μεταγενέστερου χωριού.
Το 1650 η Αλεπού εμφανίζεται ξανά σε εκκλησιαστικό κώδικα, ενώ από την περίοδο 1675–1684 υπάρχουν πλέον αρκετές οικογενειακές καταγραφές ώστε να φαίνεται ότι ο οικισμός είχε ήδη συγκροτηθεί.
Θα μπορούσαν κάτοικοι από την απέναντι Ήπειρο να έχουν περάσει στην Κέρκυρα;
Ως γενικό ιστορικό φαινόμενο, ναι.
Κατά τον 15ο αιώνα, και καθώς η οθωμανική επέκταση προχωρούσε προς την Ήπειρο, τεκμηριώνονται μετακινήσεις πληθυσμών από την ηπειρωτική περιοχή προς τη βενετοκρατούμενη Κέρκυρα. Ακαδημαϊκή μελέτη της Brill καταγράφει συγκεκριμένα τη φυγή αλβανικών πληθυσμών διαφόρων κοινωνικών τάξεων προς την Κέρκυρα κατά το πρώτο μισό του 15ου αιώνα.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι κάτοικοι της Αλεπούς του Βούρκου πήγαν στην Αλεπού της Κέρκυρας.
Δείχνει όμως ότι μια μετακίνηση από την απέναντι ηπειρωτική ακτή προς το νησί στην περίοδο που θα απαιτούσε η συγκεκριμένη παράδοση δεν είναι ιστορικά παράλογη.
Εάν μάλιστα η παράδοση εννοεί ότι αυτοί οι άνθρωποι έδωσαν και το όνομα «Αλεπού» στον τόπο της Κέρκυρας, η μετακίνηση θα πρέπει να αναζητηθεί πριν ή γύρω από το 1515, όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά το τοπωνύμιο στα κερκυραϊκά έγγραφα.
Υπάρχει φυσικά και το ενδεχόμενο η περιοχή της Κέρκυρας να ονομαζόταν ήδη Αλεπού και άνθρωποι από την απέναντι ακτή να εγκαταστάθηκαν εκεί αργότερα.
Και υπάρχει πάντα η πιθανότητα οι δύο ονομασίες να δημιουργήθηκαν ανεξάρτητα.
Όλα αυτά παραμένουν ανοικτά ερευνητικά ερωτήματα.
Ο Κώδικας της Αγίας Παρασκευής Αλεπούς
Και εδώ φτάνουμε ίσως στο σημαντικότερο αρχείο για τη συνέχεια της έρευνας.
Η ιστορική μελέτη για την Αλεπού της Κέρκυρας χρησιμοποιεί τον:
Κώδικα της Αγίας Παρασκευής Αλεπούς – Λ.Π.Ε. 6.
Μέσα από αυτόν έχουν δημοσιευθεί αρκετά παλιά οικογενειακά επώνυμα.
Μεταξύ άλλων εμφανίζονται οι μορφές Της Αρχόντος ή Τισαρχόντος, Μαβρίκης, Ντεντεκάσας, Λάτζας, Μέξας, Κότζης, Τζιριγάκης, Γερογιάννης, Βόντας, Κοσκινάς, Μωραίτης, Κατέρης, Περούλης, Κέσαρης, Σκλαβούνος, Αλεξάκης και άλλα.
Υπάρχει και δεύτερη ομάδα επωνύμων που στον κώδικα συνοδεύονται από την ένδειξη «αρβανίτης», πολλά από τα οποία η δημοσιευμένη έρευνα συνδέει με Σουλιώτες φυγάδες.
Ανάμεσα σε αυτά καταγράφονται:
Μπουντούνις το 1829 και Μπόρος το 1830.
Και εδώ εμφανίζεται μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σύμπτωση.
Το επώνυμο Μπόρος
Το Μπόρος είναι ένα από τα γνωστά παλιά επώνυμα του Τσαουσιού.
Και στον Κώδικα της Αγίας Παρασκευής Αλεπούς Κέρκυρας εμφανίζεται:
Μπόρος – 1830.
Η ταύτιση του επωνύμου είναι πραγματική και ενδιαφέρουσα.
Δεν σημαίνει όμως ότι έχουμε αποδείξει ότι πρόκειται για την ίδια οικογένεια.
Το επώνυμο μπορεί να εμφανίστηκε ανεξάρτητα ή η οικογένεια της Κέρκυρας μπορεί να είχε διαφορετική προέλευση.
Για να αποδειχθεί συγγένεια θα απαιτηθεί να βρεθούν πατρώνυμα, γάμοι, τόποι προέλευσης και μία γενεαλογική συνέχεια.
Παρόλα αυτά, το Μπόρος αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις σημαντικότερες επωνυμικές συμπτώσεις της έρευνας.
Τα παλιά επώνυμα του Τσαουσιού
Για να μπορέσει να γίνει στο μέλλον πραγματική σύγκριση με τον Κώδικα της Αγίας Παρασκευής, έχουν συγκεντρωθεί γνωστά παλαιά επώνυμα του Τσαουσιού:
Γκούντης, Μήτσης, Αναγνώστης, Τσάβος, Τσιάβος, Μπόρος, Λιώλης, Κιτσέλης, Ντάλλα, Μπουρντένης, Νάσιος, Πεϊβάνη, Κόκκαλη, Σταύρου και Κώστα.
Σε επίσημο αλβανικό μητρώο περιουσιακών υποθέσεων εμφανίζεται, για παράδειγμα, ο Sotir Loli στο Caush, ενώ σε άλλη καταγραφή εμφανίζεται ο Miho Gudi στο Caush. Στην περίπτωση των συγκεκριμένων οικογενειών του χωριού, το Loli αντιστοιχεί στο Λιώλης και το Gudi στην οικογένεια Γκούντη.
Αυτά τα έγγραφα είναι βέβαια πολύ νεότερα και δεν μας συνδέουν με την Κέρκυρα.
Είναι όμως χρήσιμα γιατί επιβεβαιώνουν τις μορφές με τις οποίες καταγράφονται επίσημα τα επώνυμα του χωριού στα αλβανικά αρχεία.
Μπουρντένης – Μπουντούνις;
Υπάρχει και μία περίπτωση που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Στο Τσαούσι υπάρχει το επώνυμο:
Μπουρντένης.
Στον Κώδικα της Αλεπούς Κέρκυρας υπάρχει:
Μπουντούνις – 1829.
Η ομοιότητα είναι αρκετή για να προκαλέσει ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι αρκετή για να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για το ίδιο επώνυμο.
Σε παλιά εκκλησιαστικά και διοικητικά έγγραφα οι γραφείς απέδιδαν συχνά φωνητικά τα επώνυμα και μπορούσαν να δημιουργηθούν μεγάλες αποκλίσεις.
Χρειάζεται επομένως να εξεταστεί η πρωτότυπη χειρόγραφη εγγραφή του 1829.
Μέχρι τότε η περίπτωση πρέπει να παραμείνει ως πιθανότητα προς διερεύνηση και όχι ως ιστορική ταύτιση.
Δύο σύγχρονες συμπτώσεις στην ίδια την Αλεπού της Κέρκυρας
Η σημερινή έρευνα έδωσε και δύο ακόμη πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία.
Στην Αλεπού της Κέρκυρας υπάρχει σήμερα επαγγελματική καταχώριση ανθρώπου με το επώνυμο:
Τσαβός.
Συγκεκριμένα καταγράφεται ο Φίλιππος Ε. Τσαβός, με διεύθυνση Αλεπού Κέρκυρας.
Στην ίδια περιοχή εμφανίζεται επίσης το επώνυμο:
Μήτσης.
Υπάρχει καταχώριση του Μιχαήλ Κ. Μήτση, επίσης στην Αλεπού Κέρκυρας.
Οι συμπτώσεις αυτές είναι εντυπωσιακές, αφού τόσο το Τσάβος/Τσιάβος όσο και το Μήτσης υπάρχουν ανάμεσα στα παλιά επώνυμα του Τσαουσιού.
Όμως πρέπει να είμαστε απολύτως σαφείς:
δεν γνωρίζουμε πόσο παλιές είναι οι συγκεκριμένες οικογένειες στην Αλεπού της Κέρκυρας.
Μπορεί να είναι παλιές κερκυραϊκές οικογένειες.
Μπορεί να εγκαταστάθηκαν εκεί πριν από λίγες δεκαετίες.
Επομένως δεν αποτελούν ιστορική απόδειξη.
Αποτελούν όμως δύο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες γενεαλογικές άκρες που αξίζει να ερευνηθούν.
Το διαδικτυακό άρθρο δεν περιέχει ολόκληρο τον Κώδικα
Αυτό είναι επίσης πολύ σημαντικό.
Η δημοσιευμένη έρευνα για την Αλεπού της Κέρκυρας δεν παρουσιάζει όλα τα επώνυμα του Κώδικα της Αγίας Παρασκευής.
Ο ίδιος ο συγγραφέας γράφει ότι «σταχυολογεί» ορισμένες χαρακτηριστικές καταγραφές και στη συνέχεια χρησιμοποιεί τη φράση «και άλλα».
Άρα:
το γεγονός ότι τα επώνυμα Τσάβος, Μήτσης, Λιώλης, Γκούντης, Αναγνώστης, Ντάλλα, Κιτσέλης κ.λπ. δεν εμφανίζονται στο διαδικτυακό άρθρο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν στον πρωτότυπο κώδικα.
Ο ίδιος κώδικας περιέχει εκατοντάδες εγγραφές.
Για την περίοδο 1720–1843 η δημοσιευμένη μελέτη αναφέρει 106 γάμους και 294 βαπτίσεις, μαζί με εκατοντάδες καταγραφές θανάτων.
Μέσα σε αυτές τις εγγραφές μπορεί να υπάρχουν ονόματα συζύγων, πατρώνυμα και ενδεχομένως τόποι προέλευσης που δεν εμφανίζονται στη συνοπτική δημοσίευση.
Τι πρέπει να αναζητήσουμε στον Κώδικα
Ο πραγματικός στόχος της επόμενης έρευνας πρέπει να είναι ολόκληρος ο:
Κώδικας Αγίας Παρασκευής Αλεπούς – Λ.Π.Ε. 6.
Εκεί πρέπει να αναζητηθούν όλες οι πιθανές παλιές μορφές των επωνύμων του Τσαουσιού.
Και το σημαντικότερο δεν είναι απλώς να βρεθεί ένα ίδιο επώνυμο.
Το μεγάλο εύρημα θα ήταν μία εγγραφή που να αναφέρει έναν άνθρωπο μαζί με τόπο προέλευσης.
Για παράδειγμα, μια παλιά αναφορά σε άνθρωπο «εξ Ηπείρου», από την απέναντι ακτή, από τη Φοινίκη ή —στην ιδανική περίπτωση— από το Tchaoux / Çaush, θα μπορούσε πραγματικά να αλλάξει ολόκληρη την έρευνα.
Πρέπει να εξεταστούν και τα έγγραφα του 1515 και του 1552
Εξίσου σημαντικά είναι τα νοταριακά έγγραφα στα οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά η Αλεπού της Κέρκυρας.
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ότι το τοπωνύμιο υπήρχε το 1515.
Πρέπει να βρούμε το πρωτότυπο έγγραφο και να δούμε:
ποιος είχε την περιουσία, ποιοι καλλιεργούσαν τη γη, ποια οικογενειακά ονόματα εμφανίζονται και αν αναφέρεται κάποιος τόπος προέλευσης.
Εάν σε ένα έγγραφο του 15ου ή του 16ου αιώνα εμφανιστεί κάποια οικογένεια με σύνδεση προς την απέναντι ηπειρωτική ακτή, τότε θα έχουμε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του παζλ.
Και από την πλευρά του Τσαουσιού πρέπει να πάμε ακόμη πιο πίσω
Η έρευνα δεν μπορεί να γίνει μόνο στην Κέρκυρα.
Χρειάζεται να αναζητηθούν παλαιότερα έγγραφα και από την περιοχή του Βούρκου.
Ιδιαίτερη σημασία θα είχαν οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα, εκκλησιαστικά μητρώα, περιουσιακές καταγραφές, παλιά συμβόλαια, επιγραφές στα νεκροταφεία και οικογενειακά αρχεία.
Εάν εντοπιστεί σε οθωμανικό κατάστιχο μία μορφή όπως:
Alepou, Tchaoux, Çaush, Çavuş
αρκετές δεκαετίες ή αιώνες πριν από τον Πουκεβίλ, τότε θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε την τεκμηριωμένη ιστορία του χωριού πολύ πιο πίσω από το 1820.
Τι γνωρίζουμε σήμερα με βεβαιότητα
Σήμερα μπορούμε πλέον να πούμε με αρκετή ασφάλεια ότι ο Γάλλος Πουκεβίλ καταγράφει στην περιοχή του Βούρκου ένα χωριό με την ονομασία Alepou, μέσα στο οποίο οι δύο πρώτες οικιστικές ομάδες ονομάζονται Tchaoux.
Η μεταπτυχιακή εργασία του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων συνδέει ρητά το Tchaoux με το σημερινό Τσαούσι.
Αμέσως μετά την Alepou/Tchaoux, ο Πουκεβίλ καταγράφει ένα ξεχωριστό χωριό με το όνομα Lyco, αποτελούμενο από περίπου εξήντα καλύβες, και η ίδια πανεπιστημιακή έρευνα το ταυτίζει με το σημερινό Αλύκο.
Άρα η γειτνίαση Τσαουσιού και Αλύκου, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, αποτυπώνεται ήδη σε μία περιγραφή περίπου δύο αιώνων.
Γνωρίζουμε επίσης ότι η Αλεπού της Κέρκυρας υπάρχει ως τοπωνύμιο τουλάχιστον από το 1515, ενώ ο οικισμός φαίνεται να οργανώνεται σταδιακά κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα.
Στον παλιό Κώδικα της Αγίας Παρασκευής Αλεπούς υπάρχει το επώνυμο Μπόρος το 1830, επώνυμο που υπάρχει και στο Τσαούσι.
Και τέλος γνωρίζουμε ότι η προφορική παράδοση που συνδέει την Αλεπού του Βούρκου με μετακίνηση κατοίκων προς την Κέρκυρα είχε ήδη καταγραφεί δημόσια τουλάχιστον από το 2021, πριν από τη σημερινή έρευνα.
Τι δεν έχει ακόμη αποδειχθεί
Δεν έχει αποδειχθεί ότι ολόκληρο το σημερινό Τσαούσι λεγόταν παλαιότερα Αλεπού.
Η ακριβής διατύπωση του Πουκεβίλ είναι ότι υπήρχε ένας οικισμός Alepou και ότι οι δύο πρώτες οικιστικές ομάδες του ονομάζονταν Tchaoux.
Δεν έχει αποδειχθεί ότι οι κάτοικοι της Αλεπούς του Βούρκου ίδρυσαν την Αλεπού της Κέρκυρας.
Δεν έχει αποδειχθεί ότι οι οικογένειες Μπόρος των δύο τόπων αποτελούν την ίδια γενεαλογική γραμμή.
Δεν έχει αποδειχθεί ότι οι σημερινοί Τσαβός και Μήτσης της Αλεπούς Κέρκυρας έχουν σχέση με τις αντίστοιχες οικογένειες του Τσαουσιού.
Και δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα γραπτή πηγή που να επιβεβαιώνει την τοπική αφήγηση για συγκεκριμένο çavuş, φρουρά και σημείο ελέγχου.
Αυτά πρέπει να παραμείνουν ως ερευνητικές υποθέσεις και προφορικές παραδόσεις έως ότου εντοπιστούν νέα τεκμήρια.
Επίλογος – Μια ιστορία που μόλις αρχίζει να ξετυλίγεται
Για πολλά χρόνια υπήρχε στο Τσαούσι μία ιστορία.
Μία ιστορία που έλεγε ότι κάποτε υπήρχε η Αλεπού.
Και ότι άνθρωποι από εκεί πέρασαν απέναντι στην Κέρκυρα.
Οι γενιές πέρασαν.
Πολλοί άνθρωποι που άκουσαν αυτές τις αφηγήσεις από τους παλαιότερους δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας.
Και όπως συμβαίνει με πολλές ιστορίες των χωριών μας, υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος κάποια στιγμή να χαθεί και αυτή.
Σήμερα όμως γνωρίζουμε κάτι που δίνει σε αυτή την παλιά παράδοση μια εντελώς διαφορετική διάσταση.
Πριν από περισσότερο από διακόσια χρόνια, ένας Γάλλος περιηγητής κατέγραψε στην περιοχή μας:
Alepou.
Και μέσα στην ίδια Αλεπού κατέγραψε δύο πρώτες οικιστικές ομάδες με το όνομα:
Tchaoux.
Λίγο μετά, στην ίδια διαδρομή, κατέγραψε ένα ξεχωριστό γειτονικό χωριό:
Lyco.
Η σύγχρονη πανεπιστημιακή έρευνα συνδέει το πρώτο με το σημερινό Τσαούσι και το δεύτερο με το σημερινό Αλύκο.
Έτσι, περίπου δύο αιώνες πριν από εμάς, μέσα σε λίγες γραμμές ενός γαλλικού βιβλίου συναντάμε ξανά δίπλα-δίπλα τα δύο χωριά που μέχρι σήμερα παραμένουν τόσο στενά συνδεδεμένα:
Τσαούσι και Αλύκο.
Και απέναντι από αυτά, στην Κέρκυρα, εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα ένα χωριό με το όνομα:
Αλεπού.
Στον παλιό εκκλησιαστικό του κώδικα συναντάμε το επώνυμο Μπόρος.
Στη σημερινή Αλεπού συναντάμε ακόμη και τα επώνυμα Τσαβός και Μήτσης.
Και στο Τσαούσι επιβιώνει η προφορική παράδοση που συνδέει τις δύο απέναντι ακτές.
Κανένα από αυτά τα στοιχεία μόνο του δεν αποτελεί τελική απόδειξη.
Όταν όμως τοποθετηθούν όλα μαζί, δημιουργούν ένα ιστορικό ερώτημα που αξίζει να ερευνηθεί σοβαρά.
Ίσως η απάντηση βρίσκεται σε μία σελίδα του Κώδικα της Αγίας Παρασκευής.
Ίσως σε ένα νοταριακό συμβόλαιο του 1515.
Ίσως σε κάποιο αρχείο της Βενετίας.
Ίσως σε ένα οθωμανικό κατάστιχο που περιμένει ακόμη να εντοπιστεί.
Ίσως σε ένα παλιό οικογενειακό επώνυμο που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα χωρίς να γνωρίζουμε πόσο βαθιά φτάνουν οι ρίζες του.
Μέχρι να βρεθεί εκείνο το έγγραφο, οφείλουμε να διαχωρίζουμε την ιστορική απόδειξη από την προφορική παράδοση.
Αλλά οφείλουμε εξίσου να μην αφήσουμε την παράδοση να χαθεί.
Γιατί πολλές φορές η συλλογική μνήμη ενός τόπου διατηρεί για αιώνες ένα μικρό κομμάτι μιας πραγματικής ιστορίας.
Και κάποια στιγμή, ένα παλιό βιβλίο, ένας εκκλησιαστικός κώδικας ή ένα ξεχασμένο αρχείο μπορεί να μας δώσει το κομμάτι που λείπει.
Στην περίπτωση της:
Αλεπούς – του Tchaoux – του Lyco – του Τσαουσιού και του Αλύκου,
η έρευνα δεν τελειώνει εδώ.
Μόλις τώρα αρχίζει.
Πηγές και σύνδεσμοι της έρευνας
- François Pouqueville – Voyage dans la Grèce, Παρίσι 1820: Ψηφιοποιημένο έργο στην Ανέμη – Πανεπιστήμιο Κρήτης και καταγραφή του έργου στον Πανδέκτη του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
- François Pouqueville – βιογραφικά στοιχεία: Bibliothèque nationale de France
- Αθανάσιος Κώτσης, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2018 – «Από τον κυκλικό χρόνο στο χρόνο της κοπερατίβας»: Σελίδα της μεταπτυχιακής εργασίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
- Γεράσιμος Δημουλάς – ιστορική έρευνα για την Αλεπού Κέρκυρας και τον Κώδικα της Αγίας Παρασκευής: «Τι γυρεύει η Αλεπού στο μπόργκο;»
- Μετακινήσεις προς τη βενετική Κέρκυρα κατά τον 15ο αιώνα: Migration and Ethnicity in the Venetian Territories of the Eastern Mediterranean – Brill
- Ιστορική σημασία του τίτλου Çavuş: TDV İslâm Ansiklopedisi – Çavuş
- Επίσημη αλβανική καταγραφή Sotir Loli και Miho Gudi στο Caush: Agjencia e Trajtimit të Pronave – μητρώο 1993–1994
- Σύγχρονες καταχωρίσεις στην Αλεπού Κέρκυρας: Τσαβός Φίλιππος – Αλεπού Κέρκυρας και Μήτσης Μιχαήλ – Αλεπού Κέρκυρας
Σημείωση τεκμηρίωσης: Ο πλήρης Κώδικας Αγίας Παρασκευής Αλεπούς – Λ.Π.Ε. 6 δεν έχει ακόμη εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας. Οι πληροφορίες για τα επώνυμα και τις εγγραφές του προέρχονται από τη δημοσιευμένη ιστορική μελέτη του Γεράσιμου Δημουλά. Για οριστικά συμπεράσματα σχετικά με πιθανές οικογενειακές σχέσεις μεταξύ Τσαουσιού και Αλεπούς Κέρκυρας απαιτείται μελέτη του ίδιου του πρωτότυπου κώδικα.
Μία απαραίτητη τοποθέτηση για το όνομα του χωριού
Η ιστορική έρευνα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως αφορμή για να ξαναγράφουμε την ιστορία σύμφωνα με τις σημερινές μας προτιμήσεις. Το γεγονός ότι η ονομασία Τσαούσι ενδέχεται να συνδέεται ετυμολογικά με τον οθωμανικό τίτλο çavuş δεν αποτελεί ούτε λόγο ούτε ιστορικό επιχείρημα για την αλλαγή του ονόματος του χωριού. Αντιθέτως, η μαρτυρία του Πουκεβίλ αποδεικνύει ότι η μορφή Tchaoux χρησιμοποιούνταν ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα και συνεπώς αποτελεί πλέον και η ίδια αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του τόπου μας.
Και αν η έρευνα αποδείξει κάποτε ότι πριν από το Τσαούσι υπήρχε ένας ευρύτερος οικισμός με το όνομα Αλεπού, τότε και αυτό πρέπει να καταγραφεί, να μελετηθεί και να διασωθεί. Δεν σημαίνει όμως ότι πρέπει να διαγράψουμε το ένα ιστορικό στρώμα για να επαναφέρουμε ένα άλλο. Η ιστορία δεν διορθώνεται με μετονομασίες· καταγράφεται ολόκληρη.
Για εμάς το όνομα Τσαούσι, είναι το όνομα με το οποίο γεννήθηκαν και μεγάλωσαν γενιές ανθρώπων, το όνομα που υπάρχει στα έγγραφα, στις οικογενειακές μνήμες, στα νεκροταφεία, στις φωτογραφίες, στις επιστολές των ξενιτεμένων και στην ίδια τη συλλογική ταυτότητα του χωριού. Η πιθανή προέλευσή του από μία διαφορετική ιστορική περίοδο δεν αποτελεί λόγο διαγραφής του· αποτελεί έναν ακόμη λόγο να ερευνηθεί και να διατηρηθεί.
Οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για την ιστορία ή ακόμη περισσότερο για την ονομασία ενός ολόκληρου χωριού δεν μπορεί να γίνεται με υποθέσεις, σχόλια στο διαδίκτυο ή προσωπικές προτιμήσεις. Απαιτεί αρχεία, ιστορικούς, πρωτογενείς πηγές και σεβασμό στη γνώμη και τη μνήμη της ίδιας της κοινότητας.
Το Τσαούσι έχει ιστορία. Δεν χρειάζεται να του κατασκευάσουμε καινούργια. Χρειάζεται να ανακαλύψουμε, να τεκμηριώσουμε και να διαφυλάξουμε αυτή που ήδη έχει.
Και για το κείμενο πάνω από την ανάρτηση στο Facebook, θα το έκανα πιο άμεσο και αυστηρό:
Η ιστορία ερευνάται – δεν ξαναγράφεται επειδή κάποιο όνομα δεν αρέσει σε κάποιους.
Με αφορμή τις τελευταίες συζητήσεις που ξεκίνησαν ακόμη και για πιθανή αλλαγή του ονόματος του χωριού μας, θεωρούμε απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε κάτι.
Το Τσαούσι δεν απέκτησε το όνομά του χθες. Η έρευνα που παρουσιάζουμε σήμερα αποκαλύπτει ότι ο Γάλλος François Pouqueville καταγράφει ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα στην περιοχή μας το όνομα Tchaoux. Πρόκειται επομένως για ονομασία με τουλάχιστον δύο αιώνες καταγεγραμμένης ιστορίας.
Αν παράλληλα αποδειχθεί ότι παλαιότερα υπήρχε εδώ ένας ευρύτερος οικισμός με το όνομα Αλεπού, αυτό είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι της ιστορίας μας και οφείλουμε να το διασώσουμε. Δεν αποτελεί όμως λόγο να σβήσουμε το όνομα Τσαούσι.
Δεν αλλάζουμε τα ονόματα των χωριών ανάλογα με το ποια ιστορική περίοδος μάς είναι σήμερα περισσότερο ή λιγότερο αρεστή. Με αυτή τη λογική θα έπρεπε να διαγράψουμε εκατοντάδες τοπωνύμια σε ολόκληρα τα Βαλκάνια.
Το όνομα ενός χωριού είναι μνήμη, οικογένειες, άνθρωποι, έγγραφα και γενιές ολόκληρες.
Η Αλεπού, εφόσον υπήρξε, ανήκει στην ιστορία μας.
Το Tchaoux ανήκει στην ιστορία μας.
Το Τσαούσι είναι η συνέχεια αυτής της ιστορίας.
Και η ιστορία αυτή πρέπει να ερευνηθεί και να παραδοθεί στις επόμενες γενιές ολόκληρη — όχι να αλλάξει για να εξυπηρετήσει τη μία ή την άλλη άποψη.

