ΑρχικήΙστορίαΠοιος ήταν ο François Pouqueville;

Ποιος ήταν ο François Pouqueville;

Ο Γάλλος διπλωμάτης και περιηγητής που κατέγραψε την Ήπειρο, τον Βούρκο και το «Tchaoux» πριν από δύο αιώνες

Ο François Pouqueville στη Βόρειο Ήπειρο άφησε μία από τις σημαντικότερες περιηγητικές καταγραφές των αρχών του 19ου αιώνα, περιγράφοντας πόλεις, χωριά, δρόμους και αρχαιολογικούς τόπους της περιοχής.

Το όνομα του François Pouqueville ήρθε ξανά στο προσκήνιο μέσα από την έρευνα για την παλαιότερη ιστορία του Τσαουσιού, όταν στο έργο του Voyage dans la Grèce εντοπίστηκε η εντυπωσιακή αναφορά στο χωριό Alepou, του οποίου οι δύο πρώτες οικιστικές ομάδες ονομάζονταν Tchaoux.

Ποιος ήταν όμως πραγματικά αυτός ο Γάλλος που, πριν από περίπου δύο αιώνες, περιέγραφε χωριά, δρόμους, ποτάμια, βουνά και οικισμούς της Ηπείρου;

Δεν επρόκειτο για έναν απλό ταξιδιώτη που πέρασε περιστασιακά από την περιοχή.

Ο François-Charles-Hugues-Laurent Pouqueville υπήρξε γιατρός, ταξιδιώτης, συγγραφέας, ιστορικός και κυρίως Γενικός Πρόξενος της Γαλλίας στα Ιωάννινα, στην αυλή του Αλή Πασά. Έζησε για χρόνια μέσα στην Ήπειρο, συγκέντρωσε πληροφορίες για ολόκληρη την περιοχή και άφησε πίσω του ένα τεράστιο έργο που αποτελεί μέχρι σήμερα σημαντική πηγή για την ιστορία των Βαλκανίων των αρχών του 19ου αιώνα.

Από τη Νορμανδία στην Ανατολή

Ο François Pouqueville γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1770 στο Le Merlerault της Νορμανδίας στη Γαλλία. Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας τον καταγράφει ως ιστορικό και περιηγητή, ενώ στη διάρκεια της ζωής του ασχολήθηκε επίσης με την ιατρική, τη διπλωματία και τη συγγραφή. Πέθανε στο Παρίσι το 1838.

Σπούδασε ιατρική και στα τέλη του 18ου αιώνα βρέθηκε στην εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, ως μέλος της γαλλικής επιστημονικής αποστολής. Η εμπειρία αυτή ήταν ουσιαστικά η αρχή μιας ζωής στενά συνδεδεμένης με την Ανατολική Μεσόγειο.

Η επιστροφή του στη Γαλλία, όμως, δεν εξελίχθηκε όπως θα περίμενε.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του συνελήφθη από κουρσάρους. Μεταφέρθηκε αρχικά στην Πελοπόννησο και στη συνέχεια κρατήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η αιχμαλωσία του κράτησε μεγάλο χρονικό διάστημα και του έδωσε, παρά τις δύσκολες συνθήκες, την ευκαιρία να παρατηρήσει από κοντά την κοινωνία και τις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Από εκείνη ακριβώς την περιπέτεια προέκυψε αργότερα το πρώτο μεγάλο ταξιδιωτικό έργο του.

Από αιχμάλωτος, συγγραφέας

Το 1805 δημοσίευσε το έργο:

Voyage en Morée, à Constantinople, en Albanie et dans plusieurs autres parties de l’Empire othoman

στο οποίο περιέγραψε τις εμπειρίες του από τα χρόνια 1798–1801 στην Πελοπόννησο, την Κωνσταντινούπολη, την Αλβανία και άλλα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας διατηρεί καταχωρίσεις αυτών των πρώτων εκδόσεων.

Ο Pouqueville είχε πλέον αποκτήσει κάτι πολύ σημαντικό για τη γαλλική διπλωματία της εποχής: γνώση του τόπου.

Και λίγο αργότερα θα επέστρεφε στην περιοχή όχι ως κρατούμενος, αλλά ως επίσημος εκπρόσωπος της Γαλλίας.

Ο Γάλλος πρόξενος στην αυλή του Αλή Πασά

Το 1806 ο Pouqueville ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Προξένου της Γαλλίας στα Ιωάννινα.

Η θέση είχε τεράστια σημασία.

Τα Ιωάννινα εκείνη την περίοδο ήταν η έδρα του πανίσχυρου Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος είχε δημιουργήσει μία σχεδόν αυτόνομη επικράτεια μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ασκώντας επιρροή σε μεγάλο μέρος της Ηπείρου και της σημερινής νότιας Αλβανίας.

Ο Pouqueville βρέθηκε έτσι στην καρδιά των πολιτικών εξελίξεων της περιοχής.

Η Bibliothèque nationale de France επιβεβαιώνει ότι υπηρέτησε ως Γενικός Πρόξενος στα Ιωάννινα την περίοδο 1806–1812 και αργότερα ως πρόξενος στην Πάτρα.

Δεν ήταν επομένως ένας Ευρωπαίος περιηγητής που επισκέφθηκε την Ήπειρο για μερικές ημέρες.

Έζησε εδώ για χρόνια.

Συνάντησε ανθρώπους της διοίκησης, συγκέντρωσε μαρτυρίες, κατέγραφε αποστάσεις και διαδρομές και ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την αντιστοίχιση της σύγχρονης γεωγραφίας με τις αρχαίες ελληνικές πηγές.

Υπάρχουν ακόμη και σωζόμενα γαλλικά διπλωματικά έγγραφα υπογεγραμμένα από τον ίδιο ως πρόξενο στα Ιωάννινα. Για παράδειγμα, στα γαλλικά αρχεία διατηρείται κατάσταση της στρατιωτικής δύναμης του Πασά των Ιωαννίνων που συνέταξε ο Pouqueville στις 28 Ιουνίου 1807.

Ο άνθρωπος που κατέγραψε την περιοχή μας

Αυτό είναι το σημείο που μας ενδιαφέρει περισσότερο.

Ο Pouqueville δεν περιορίστηκε στην πόλη των Ιωαννίνων.

Οι πληροφορίες που συγκέντρωσε καλύπτουν ένα τεράστιο μέρος της Ηπείρου, τις ακτές του Ιονίου, τη νότια σημερινή Αλβανία και πολλές άλλες περιοχές.

Κατέγραφε χωριά και τοπωνύμια όπως τα άκουγε εκείνη την εποχή.

Και ανάμεσα σε αυτές τις περιγραφές βρίσκεται η περιοχή της Φοινίκης και του Βούρκου.

Εκεί συναντάμε τη φράση που προκάλεσε τη νέα έρευνα για την ιστορία του Τσαουσιού:

Alepou – Tchaoux.

Ο Pouqueville γράφει για το χωριό Alepou και διευκρινίζει ότι οι δύο πρώτες οικιστικές ομάδες του ονομάζονταν Tchaoux.

Στη συνέχεια της ίδιας διαδρομής περιγράφει το Lyco, το οποίο σύγχρονη πανεπιστημιακή έρευνα ταυτίζει με το σημερινό Αλύκο.

Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς αποτελεί μία από τις παλαιότερες γνωστές γραπτές καταγραφές των ονομασιών που συνδέονται με τα δύο σημερινά γειτονικά χωριά.

Το μεγάλο έργο «Voyage dans la Grèce»

Όλο αυτό το υλικό συγκεντρώθηκε στο σημαντικότερο ταξιδιωτικό έργο του:

Voyage dans la Grèce – Ταξίδι στην Ελλάδα.

Το έργο άρχισε να εκδίδεται στο Παρίσι το 1820 και αποτέλεσε μία τεράστια γεωγραφική, ιστορική και εθνογραφική καταγραφή του ελληνικού και ηπειρωτικού χώρου.

Η σημασία των πληροφοριών του ήταν τέτοια ώστε χρησιμοποιήθηκαν αργότερα ακόμη και για τη σύνταξη χαρτών.

Σε γαλλικό χάρτη του 1827, που συνέταξε ο γεωγράφος Pierre Lapie, αναγράφεται χαρακτηριστικά ότι ο χάρτης της βόρειας σύγχρονης Ελλάδας σχεδιάστηκε κυρίως με βάση τα απομνημονεύματα του Pouqueville.

Άρα οι καταγραφές του δεν έμειναν απλώς σε ένα ταξιδιωτικό βιβλίο.

Χρησιμοποιήθηκαν ως πηγές γεωγραφικής γνώσης για την περιοχή σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Από διπλωμάτης σε ιστορικό της Ελληνικής Επανάστασης

Ο Pouqueville συνδέθηκε επίσης στενά με το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για τον ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας.

Το 1824 δημοσίευσε ένα ακόμη τεράστιο έργο:

Histoire de la régénération de la Grèce

δηλαδή «Ιστορία της αναγέννησης της Ελλάδας», στο οποίο παρουσίαζε τα γεγονότα από την εποχή του Αλή Πασά μέχρι την Ελληνική Επανάσταση.

Η μελέτη του ιστορικού Georges Castellan επισημαίνει ότι το έργο αποτελούνταν από τέσσερις τόμους και περισσότερες από 2.200 σελίδες, ενώ ο Pouqueville έγραφε έχοντας υπάρξει και ο ίδιος διπλωματικός παρατηρητής μέρους των γεγονότων που περιέγραφε.

Τα έργα του συνέβαλαν σημαντικά στο ενδιαφέρον της γαλλικής και ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για τους Έλληνες και την κατάσταση στην οθωμανική Ελλάδα, σε μια εποχή κατά την οποία το φιλελληνικό κίνημα αποκτούσε μεγάλη δύναμη στη δυτική Ευρώπη.

Η αναγνώρισή του στη Γαλλία

Η επιστημονική και συγγραφική του δραστηριότητα αναγνωρίστηκε επίσημα στη χώρα του.

Το 1827 εξελέγη τακτικό μέλος της περίφημης Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, ενός από τα σημαντικότερα επιστημονικά σώματα της Γαλλίας και τμήματος του Institut de France. Η ίδια η Ακαδημία τον καταγράφει μεταξύ των μελών της από το 1827 έως τον θάνατό του το 1838.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του συνέχισε να ασχολείται με την ιστορία, τη γεωγραφία και τη μελέτη της Ανατολικής Μεσογείου. Στα Mémoires de l’Institut de France σώζονται εργασίες του για την αρχαία και νεότερη Ιλλυρία καθώς και για τις γαλλικές εμπορικές εγκαταστάσεις στην Ανατολή.

Πόσο μπορούμε να εμπιστευόμαστε τον Pouqueville;

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα για εμάς σήμερα.

Ο Pouqueville αποτελεί εξαιρετικά σημαντική ιστορική πηγή, ιδιαίτερα επειδή κατέγραψε ονομασίες και γεωγραφικές πληροφορίες σε μια εποχή από την οποία δεν έχουμε άφθονα τοπικά αρχεία για κάθε μικρό χωριό.

Δεν πρέπει όμως να αντιμετωπίζουμε κάθε λέξη του ως αλάνθαστη.

Οι Ευρωπαίοι περιηγητές έγραφαν συχνά τα τοπωνύμια όπως τα άκουγαν, χρησιμοποιώντας γαλλική φωνητική γραφή. Γι’ αυτό και το ίδιο σημερινό όνομα μπορεί να εμφανίζεται εντελώς διαφορετικό στο βιβλίο.

Επίσης, μέρος των πληροφοριών τους μπορούσε να προέρχεται από οδηγούς, κατοίκους ή άλλους πληροφοριοδότες και όχι πάντα από προσωπική αυτοψία.

Γι’ αυτό η σωστή ιστορική μέθοδος είναι να συγκρίνουμε τον Pouqueville με άλλες πηγές, παλιούς χάρτες, εκκλησιαστικά αρχεία, οθωμανικά κατάστιχα και νεότερη επιστημονική έρευνα.

Αυτό ακριβώς κάνουμε και στην περίπτωση του Alepou – Tchaoux – Lyco.

Δεν παίρνουμε μία λέξη και χτίζουμε πάνω της μια ιστορία.

Την συγκρίνουμε με τη γεωγραφία, με τις σημερινές ονομασίες, με πανεπιστημιακές μελέτες και με την προφορική μνήμη των κατοίκων.

Γιατί ο Pouqueville είναι τόσο σημαντικός για το Τσαούσι

Μέχρι σήμερα γνωρίζαμε το όνομα του χωριού μας κυρίως μέσα από τις νεότερες γενιές και τις προφορικές παραδόσεις.

Ο Pouqueville μας πηγαίνει περίπου δύο αιώνες πίσω.

Και μας δείχνει ότι ήδη τότε υπήρχε στην περιοχή μία ονομασία που ο ίδιος απέδωσε στα γαλλικά ως:

Tchaoux.

Ακόμη σημαντικότερο, τη συνδέει γεωγραφικά με την Alepou και αμέσως μετά με το Lyco, το σημερινό Αλύκο.

Δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσο παλαιότερα από τον Pouqueville υπήρχαν αυτά τα ονόματα.

Μπορεί να τα χρησιμοποιούσαν για δεκαετίες.

Μπορεί για αιώνες.

Αυτό ακριβώς είναι το επόμενο μεγάλο ερώτημα της έρευνας.

Ο François Pouqueville πέθανε πριν από σχεδόν δύο αιώνες.

Όμως μία μικρή φράση που κατέγραψε σε ένα γαλλικό βιβλίο εξακολουθεί σήμερα να μας βοηθά να αναζητούμε τις ρίζες ενός μικρού χωριού του Βούρκου.

Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της δουλειάς του:

κατέγραψε ονόματα, τόπους και ανθρώπους σε μια εποχή που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι, δύο αιώνες αργότερα, οι απόγονοι των κατοίκων αυτών των περιοχών θα επέστρεφαν στις σελίδες του για να αναζητήσουν τη δική τους ιστορία.

Πηγές


Δεν έγραψε μόνο για το Τσαούσι – Οι καταγραφές του στη Βόρειο Ήπειρο

Η σημασία του François Pouqueville για την τοπική μας ιστορία δεν περιορίζεται στην αναφορά Alepou – Tchaoux – Lyco.

Αν μελετήσει κανείς συνολικά το Voyage dans la Grèce και τα οδοιπορικά του, διαπιστώνει ότι ο Γάλλος περιηγητής κατέγραψε με εντυπωσιακή λεπτομέρεια ένα μεγάλο μέρος της σημερινής νότιας Αλβανίας και ιδιαίτερα περιοχές της Χιμάρας, των Αγίων Σαράντα, του Δελβίνου, του Βούρκου, της Δρόπολης και του Αργυροκάστρου.

Σε καταγεγραμμένο δρομολόγιό του συναντάμε ονομασίες όπως Port Palermo, Borchi, Loucovo, Saint-Vasili, Nivitza-Bouba, Delvino, Phéniki, Alepou, Lyco, Neochorion, Buthrinto, Examili, Conispolis και Moursia. Πολλά από αυτά αντιστοιχούν εύκολα σε σημερινούς τόπους: Πόρτο Παλέρμο, Μπορς, Λούκοβο, Δέλβινο, Φοινίκη, Τσαούσι/Αλεπού, Αλύκο, Νεοχώρι, Βουθρωτό, Κονίσπολη και Μουρσί. Το πλήρες καταγεγραμμένο οδοιπορικό του περιλαμβάνει επίσης δεκάδες χωριά της κοιλάδας του Δρίνου και της Δρόπολης.

Πόρτο Παλέρμο και Χιμάρα

Όταν έφθασε στο Πόρτο Παλέρμο τον Φεβρουάριο του 1806, ο Pouqueville δεν περιορίστηκε σε μία απλή αναφορά του λιμανιού. Κατέγραψε το μέγεθος του κόλπου, το βάθος των νερών, τα βουνά που τον περιβάλλουν, το φρούριο στην είσοδο και ακόμη τις αποθήκες, το τελωνείο και την ελληνική εκκλησία που υπήρχαν στην περιοχή.

Παράλληλα περιέγραψε ολόκληρη την περιοχή των Ακροκεραυνίων και της Χιμάρας, σημειώνοντας ότι επρόκειτο για έναν εξαιρετικά ορεινό και δύσβατο τόπο, όπου τα απόκρημνα βουνά λειτουργούσαν ως φυσική άμυνα για τους κατοίκους.

Από εκεί οι διαδρομές του πέρασαν από οικισμούς που καταγράφει ως Borchi, Loucovo, Oudessovo, Saint-Vasili και Nivitza-Bouba.


Το Λούκοβο όπως το είδε πριν από δύο αιώνες

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Loucovo, του σημερινού Λουκόβου.

Ο Pouqueville το παρουσιάζει ως έναν μικρό οικισμό χτισμένο στην κορυφή ενός καλλιεργημένου λόφου. Περιγράφει τις πλαγιές προς τη θάλασσα διαμορφωμένες σε αναβαθμίδες, γεμάτες οπωροφόρα δέντρα και καλλιέργειες.

Η εικόνα τού έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση μετά τα άγονα Ακροκεραύνια, ώστε παρομοίασε την περιοχή με έναν «παράδεισο».

Καταγράφει μάλιστα περίπου 400 χριστιανικές οικογένειες και σημειώνει ότι οι κάτοικοι εμφάνιζαν για τα δεδομένα της εποχής αξιοσημείωτη ευημερία. Παράλληλα περιγράφει και την ένταση που επικρατούσε με τους ανθρώπους του Αλή Πασά, γεγονός που μας δίνει όχι μόνο γεωγραφική αλλά και κοινωνική εικόνα του χωριού στις αρχές του 19ου αιώνα.

Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα της αξίας των έργων του: δεν καταγράφει μόνο ότι «υπήρχε ένα χωριό», αλλά μας αφήνει εικόνες για το πώς ήταν χτισμένο, τι καλλιεργούσαν οι άνθρωποι και σε ποιες συνθήκες ζούσαν.


Το Δέλβινο των περίπου 600 σπιτιών

Ακόμη πιο λεπτομερής είναι η περιγραφή του Delvino – Δελβίνου.

Ο Pouqueville αναφέρει ότι η πόλη αριθμούσε τότε περίπου 600 σπίτια, διάσπαρτα στις πλαγιές διαφόρων λόφων.

Περιγράφει τους λόφους γεμάτους ελαιόδεντρα, λεμονιές και ροδιές, τονίζοντας την ομορφιά του τοπίου. Στο χαμηλότερο τμήμα της πόλης τοποθετεί το παζάρι και τη χριστιανική συνοικία, ενώ αναφέρει και την κατοικία του επισκόπου Χιμάρας και Δελβίνου.

Το κάστρο, όπως γράφει, βρισκόταν πάνω σε απομονωμένο ύψωμα και η πρόσβαση γινόταν από στενό μονοπάτι ανάμεσα σε απόκρημνα σημεία.

Είναι ουσιαστικά μια φωτογραφία του Δελβίνου με λέξεις, περίπου δύο αιώνες πριν από τη σημερινή εποχή.


Η Φοινίκη και μια σημαντική ανακάλυψη του Pouqueville

Ιδιαίτερη θέση στις καταγραφές του έχει η Φοινίκη.

Ο ίδιος γράφει ότι τον Δεκέμβριο του 1807, ενώ βρισκόταν κοντά στον ποταμό που αποκαλεί Pistritza, αναγκάστηκε λόγω χαλαζόπτωσης να καταφύγει σε μια καλύβα βοσκού.

Από εκεί παρατήρησε σημαντικά ερείπια τειχών.

Ο άνθρωπος που τον φιλοξενούσε τού είπε ότι ο τόπος ονομαζόταν Pheniki και ότι επρόκειτο για κάστρο των «Ελλήνων», όπως αναφέρει ο Pouqueville.

Συγκρίνοντας τη γεωγραφία με τις αρχαίες πηγές, ο Γάλλος κατέληξε ότι είχε εντοπίσει τη θέση της αρχαίας Φοινίκης, την οποία αναζητούσε προηγουμένως σε λάθος περιοχές.

Για εμάς αυτό έχει πρόσθετη σημασία, επειδή ακριβώς από τη Φοινίκη συνεχίζει η περιγραφή του προς την περιοχή:

Phéniki → Alepou → Tchaoux → Lyco.

Δηλαδή προς την περιοχή του σημερινού Τσαουσιού και Αλύκου.


Από το Τσαούσι και το Αλύκο προς Νεοχώρι και Βουθρωτό

Και η διαδρομή δεν σταματά στο Tchaoux και το Lyco.

Στο καταγεγραμμένο οδοιπορικό του Pouqueville, μετά τη Phéniki – Alepou – Lyco, εμφανίζονται διαδοχικά ονομασίες όπως:

Neochorion, Mercati, Nicrati, Cosca, Zara και Buthrinto.

Στη συνέχεια εμφανίζονται:

Examili, Conispolis, Cataïto και Moursia.

Ανάμεσά τους αναγνωρίζονται σήμερα το Νεοχώρι, το Βουθρωτό, η Κονίσπολη και το Μουρσί, ενώ ορισμένες από τις υπόλοιπες παλιές φωνητικές αποδόσεις χρειάζονται προσεκτικότερη ταύτιση.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό και για την περίπτωση του Τσαουσιού.

Ο Pouqueville δεν γράφει τη λέξη Tchaoux απομονωμένα.

Την τοποθετεί μέσα σε μια συνεχή γεωγραφική ακολουθία πραγματικών τόπων, πολλοί από τους οποίους εξακολουθούν να υπάρχουν με αναγνωρίσιμα ονόματα μέχρι σήμερα.

Αυτό ενισχύει σημαντικά την ταύτιση του Tchaoux με το Τσαούσι.


Η περιγραφή του Βουθρωτού

Ο Pouqueville επισκέφθηκε και το Βουθρωτό, το οποίο γνώριζε ως το αρχαίο Buthrotum.

Στην περιγραφή του ξεχωρίζει το νεότερο βενετικό φρούριο από τα ερείπια της αρχαίας πόλης και αναφέρεται στην ακρόπολη, στη ρωμαϊκή πόλη, στα τείχη και σε αρχιτεκτονικά κατάλοιπα τόσο της ελληνικής όσο και της ρωμαϊκής περιόδου.

Παρατήρησε μάλιστα ότι στα τείχη της ακρόπολης υπήρχαν θεμέλια πολύ αρχαιότερης κατασκευής, με μεγάλους λίθους χωρίς συνδετικό υλικό.

Έτσι ο Pouqueville βρίσκεται ανάμεσα στους Ευρωπαίους περιηγητές των αρχών του 19ου αιώνα που άφησαν πολύτιμες περιγραφές του Βουθρωτού πριν από τη συστηματική αρχαιολογική έρευνα του 20ού αιώνα.


Στο Αργυρόκαστρο και τη Δρόπολη

Η έρευνα και τα ταξίδια του δεν περιορίστηκαν στον Βούρκο.

Ο Pouqueville περιηγήθηκε εκτενώς και στην περιοχή του Αργυροκάστρου και της Δρόπολης, την οποία περιγράφει ως κοιλάδα της Drynopolis.

Στο οδοιπορικό του εμφανίζονται μεταξύ άλλων οι ονομασίες:

Argyro-Castron, Gorandgi, Moursina, Grapsi, Giergouzat, Zervates, Liboôvo, Liabovo και Stégopolis, μαζί με πολυάριθμα ακόμη χωριά της κοιλάδας.

Πρόκειται για ονομασίες που παραπέμπουν σε σημερινούς τόπους όπως το Αργυρόκαστρο, η Γοραντζή, η Μουζίνα, το Γράψη, το Γεωργουτσάτι, το Ζερβάτι, η Λιμπόχοβα, η Λάμποβα και η Στεγόπολη, με την απαραίτητη επιφύλαξη ότι ο Pouqueville απέδιδε τα τοπωνύμια φωνητικά στα γαλλικά.


Το Αργυρόκαστρο με τα σπίτια «σαν φωλιές χελιδονιών»

Μία από τις πιο ζωντανές περιγραφές του αφορά το Argyro-Castro – Αργυρόκαστρο.

Ο Pouqueville περιγράφει την πόλη χτισμένη σε απότομες προεξοχές του βουνού, χωρισμένες μεταξύ τους από βαθιές χαράδρες.

Τα πέτρινα σπίτια, όπως γράφει, έφταναν μέχρι τις άκρες των γκρεμών και μερικά έμοιαζαν να είναι κολλημένα πάνω τους «σαν φωλιές χελιδονιών».

Καταγράφει σπίτια με πολεμίστρες, ψηλούς τοίχους και πύργους, αντανακλώντας την ανασφάλεια και τις ένοπλες συγκρούσεις της εποχής.

Πρόκειται για μια εντυπωσιακή περιγραφή, γιατί ακόμη και σήμερα η ιδιαίτερη πέτρινη αρχιτεκτονική και η θέση των σπιτιών πάνω στις απότομες πλαγιές αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό του Αργυροκάστρου.


Η Γοραντζή, η Λιμπόχοβα και η κοιλάδα της Δρόπολης

Στην ίδια περιοχή ο Pouqueville αναφέρει τη Gorandgi, τη σημερινή Γοραντζή, όπου περιγράφει ένα μεγάλο σπήλαιο.

Από εκεί παρατηρούσε την κοιλάδα προς τη Liboôvo – Λιμπόχοβα και καταγράφει ότι κατά μήκος των πλαγιών υπήρχαν οκτώ χωριά, χωρισμένα μεταξύ τους από χειμάρρους.

Για τη Λιμπόχοβα αναφέρει ότι ήταν μία από τις σημαντικότερες πόλεις της περιοχής της Δρυϊνούπολης, χτισμένη σε εύφορη θέση στους πρόποδες των βουνών.


Ένα πραγματικό αρχείο της περιοχής πριν από δύο αιώνες

Όλα αυτά αλλάζουν λίγο τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να βλέπουμε τον Pouqueville.

Δεν ήταν κάποιος που απλώς πέρασε από το Τσαούσι και έγραψε τυχαία τη λέξη Tchaoux.

Στα βιβλία του καταγράφονται ολόκληρες αλυσίδες τόπων:

Χιμάρα – Πόρτο Παλέρμο – Μπορς – Λούκοβο – Δέλβινο – Φοινίκη – Αλεπού/Tchaoux – Αλύκο – Νεοχώρι – Βουθρωτό – Κονίσπολη – Μουρσί.

Και σε άλλη κατεύθυνση:

Αργυρόκαστρο – Δρόπολη – Γοραντζή – Γεωργουτσάτι – Ζερβάτι – Λιμπόχοβα – Λάμποβα – Στεγόπολη και πολλά ακόμη χωριά.

Σε αρκετές περιπτώσεις δεν περιορίζεται στο όνομα. Καταγράφει αριθμό οικογενειών ή σπιτιών, θρησκευτική σύνθεση, καλλιέργειες, δρόμους, ποτάμια, γεφύρια, εκκλησίες, κάστρα, αρχαία ερείπια και ακόμη την εξωτερική εμφάνιση των οικισμών.

Αυτός είναι και ο λόγος που το έργο του έχει τόσο μεγάλη σημασία για τις μικρές τοπικές ιστορίες.

Για πολλά χωριά, οι λίγες γραμμές ενός ξένου περιηγητή μπορεί σήμερα να αποτελούν μία από τις παλαιότερες σωζόμενες γραπτές εικόνες του τόπου τους.

Και γι’ αυτό η καταγραφή:

Alepou – Tchaoux – Lyco

δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια απομονωμένη αναφορά.

Ανήκει σε ένα πολύ μεγαλύτερο έργο καταγραφής της περιοχής, στο οποίο ο Pouqueville προσπάθησε να σημειώσει σχεδόν κάθε χωριό, δρόμο και τοπωνύμιο που συναντούσε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πιο Δημοφιλη

Προσφατα Σχολια